Mounjaro & Osempic Σε Παχύσαρκες Γυναίκες Με Καρκίνο Μαστού

Phoenix Cancer Care

Mounjaro & Osempic Σε Παχύσαρκες Γυναίκες Με Καρκίνο Μαστού

Mounjaro & Osempic

Αγωνιστές του υποδοχέα GLP‑1 και διπλοί αγωνιστές GIP/GLP‑1 σε γυναίκες υπό ενδοκρινική θεραπεία για ορμονοευαίσθητο καρκίνο μαστού: βιολογική τεκμηρίωση, κλινικά δεδομένα και πιθανές αλληλεπιδράσεις με την ενδοκρινική θεραπεία.

Η παχυσαρκία, η ινσουλινοαντίσταση και η αύξηση βάρους που σχετίζεται με τη θεραπεία αποτελούν συχνά και κλινικά σημαντικά προβλήματα σε γυναίκες με ορμονοευαίσθητο καρκίνο μαστού που λαμβάνουν ενδοκρινική θεραπεία.

Οι μεταβολικές αυτές διαταραχές ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την ποιότητα ζωής, τη σύσταση σώματος, τη συμμόρφωση στη μακροχρόνια ενδοκρινική θεραπεία και πιθανώς τον κίνδυνο υποτροπής, ιδίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λαμβάνουν αναστολείς αρωματάσης.

Παράλληλα, οι αγωνιστές του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου‑1 (GLP‑1) και οι διπλοί αγωνιστές GIP/GLP‑1, όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, έχουν αναδειχθεί ως ιδιαίτερα αποτελεσματικές θεραπείες για την παχυσαρκία και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Ωστόσο, ο ρόλος τους σε γυναίκες με καρκίνο μαστού δεν έχει ακόμη πλήρως διευκρινιστεί. Τα διαθέσιμα άμεσα δεδομένα σε πληθυσμούς με καρκίνο μαστού παραμένουν περιορισμένα και προέρχονται κυρίως από αναδρομικές μελέτες και ανακοινώσεις συνεδρίων.

Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν μέτρια αλλά κλινικά σημαντική απώλεια βάρους, συνήθως περίπου 2,3%–5%, ακόμη και σε γυναίκες που λαμβάνουν ενδοκρινική θεραπεία, αν και η ανταπόκριση μπορεί να είναι ελαφρώς μειωμένη σε ασθενείς υπό αναστολείς αρωματάσης.

Από φαρμακολογική άποψη, η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη εμφανίζουν χαμηλή πιθανότητα κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων μέσω του συστήματος κυτοχρωμάτων CYP.

Συνεπώς, δεν υπάρχουν ενδείξεις άμεσης μεταβολικής ανταγωνιστικής δράσης με την ταμοξιφαίνη ή τους αναστολείς αρωματάσης. Η πιθανότερη οδός αλληλεπίδρασης αφορά την επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει τον ρυθμό απορρόφησης συγχορηγούμενων από του στόματος φαρμάκων, κυρίως κατά την έναρξη ή την αύξηση της δόσης, χωρίς όμως να υπάρχουν μέχρι σήμερα ειδικές μελέτες σε πληθυσμούς με καρκίνο μαστού.

Προκλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η σηματοδότηση των ινκρετινών μπορεί να επηρεάζει ορισμένες μοριακές οδούς που σχετίζονται με τον καρκίνο, ωστόσο η κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών παραμένει ασαφής. Τα διαθέσιμα δεδομένα ασφάλειας δεν δείχνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου μαστού με τη χρήση αγωνιστών GLP‑1, ενώ επιδημιολογικές μελέτες σε ευρύτερους πληθυσμούς υποδηλώνουν ουδέτερη ή πιθανώς ευνοϊκή επίδραση στον συνολικό κίνδυνο καρκίνου.

Στο παρόν στάδιο, οι αγωνιστές GLP‑1 και GIP/GLP‑1 θα πρέπει να θεωρούνται κυρίως μεταβολικές και υποστηρικτικές θεραπείες στο πλαίσιο της ογκολογικής επιβίωσης και όχι αντικαρκινικές θεραπείες